Meaning of σκαρί | Babel Free
/skaˈɾi/Ορισμοί
- πλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ο σκελετός πλοίου
-
καραβάκι, βαρκούλα, κ.λπ. diminutive, figuratively
-
η σωματική διάπλαση figuratively
-
το ποιόν, ο χαρακτήρας figuratively
Ισοδύναμα
English
Stocks
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.