Meaning of κύτος | Babel Free
/ˈci.tos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- κοιλότητα (αγγείου, σκεύους)
- το κάτω κοίλο μέρος του πλοίου
- το αμπάρι
- κοιλότητες του σώματος ανάμεσα σε οστά
Παραδείγματα
“※ Το ισχυρότερο παγοθραυστικό από όλα, με αντιδραστήρες που παράγουν 110 μεγαβάτ και κύτος ικανό να σπάζει πάγους με ακόμη μεγαλύτερο πάχος (Γιώργος Αγγελόπουλος, Ο Τιτάνας της Αρκτικής, * εφημερίδα Τα Νέα, 20/9/2010])”
“η εξέταση έδειξε ξένα σώματα στο κύτος του θώρακα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.