Meaning of οίκτος | Babel Free
/ˈi.ktos/Ορισμοί
- το συναίσθημα της συμπάθειας για κάποιον που βρίσκεται σε πάσχουσα ή δυσάρεστη κατάσταση
- φιλευσπλαχνία
-
περιφρόνηση, καταφρόνια disapproving
Ισοδύναμα
English
pity
Παραδείγματα
“Προκαλεί φθόνο παρά οίκτο.”
He provokes envy rather than pity.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.