Meaning of μεσολαβώ | Babel Free
/me.so.laˈvo/Ορισμοί
- παρεμβαίνω μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, με σκοπό να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ τους ή να συμβιβαστούν οι διαφορετικές τους απόψεις
- ενεργώ για λογαριασμό τρίτου
- είμαι ανάμεσα σε (τοπικά ή χρονικά) σημεία
- συμβαίνω μέσα σε ένα χρονικό διάστημα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“από το σπίτι μου στη δουλειά μεσολαβούν τρεις μεγάλες λεωφόροι”
“μάλλον μεσολάβησε κάτι στη δουλειά, για αυτό κι άργησε νε επιστρέψει”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.