HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μεσάζων

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
meˈsa.zon

Ορισμοί

  1. ενδιάμεσος έμπορος που αγοράζει από τον παραγωγό και μεταπουλά σε άλλον έμπορο
    especially
  2. ο άνθρωπος που παρεμβαίνει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους άλλους ανθρώπους ώστε να τους φέρει σε επικοινωνία με σκοπό κάποιο όφελος, συνήθως οικονομικό
    general

Ισοδύναμα

40 more languages
Azərbaycan dilihəkəmmünsif
Българскисреден
Esperantoperanto
Galegoalcaiote
ʻŌlelo Hawaiʻiʻuao
Հայերենմիջնորդ
Bahasa Melayufasilitator
Românăarbitru
Kiswahilimlanguzi
Tiếng Việtmôi giới

Παραδείγματα

“Θα 'ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες / θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες / κι εμείς τα ίδια θα 'μαστε άλλη μια φορά”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μεσάζων σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free