Conjugation of μεσολαβώ
me.so.laˈvoπαρεμβαίνω μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, με σκοπό να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ τους ή να συμβιβαστούν οι διαφορετικές τους απόψεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μεσολαβώ |
| εσύ | μεσολαβείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεσολαβεί |
| εμείς | μεσολαβούμε |
| εσείς | μεσολαβείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεσολαβούν |
Παρατατικός
| εγώ | μεσολαβούσα |
| εσύ | μεσολαβούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεσολαβούσε |
| εμείς | μεσολαβούσαμε |
| εσείς | μεσολαβούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεσολαβούσαν |
Αόριστος
| εγώ | μεσολάβησα |
| εσύ | μεσολάβησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεσολάβησε |
| εμείς | μεσολαβήσαμε |
| εσείς | μεσολαβήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεσολάβησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μεσολαβήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μεσολαβήσω |
| εσύ | μεσολαβήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεσολαβήσει |
| εμείς | μεσολαβήσουμε |
| εσείς | μεσολαβήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεσολαβήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μεσολαβείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μεσολάβησε |
| εσείς | μεσολαβήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μεσολαβήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.