HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μεσολαβώ — definition

Conjugation of μεσολαβώ

Regular CEFR B2
me.so.laˈvo

παρεμβαίνω μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, με σκοπό να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ τους ή να συμβιβαστούν οι διαφορετικές τους απόψεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μεσολαβώ
εσύ μεσολαβείς
αυτός / αυτή / αυτό μεσολαβεί
εμείς μεσολαβούμε
εσείς μεσολαβείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μεσολαβούν
Παρατατικός
εγώ μεσολαβούσα
εσύ μεσολαβούσες
αυτός / αυτή / αυτό μεσολαβούσε
εμείς μεσολαβούσαμε
εσείς μεσολαβούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μεσολαβούσαν
Αόριστος
εγώ μεσολάβησα
εσύ μεσολάβησες
αυτός / αυτή / αυτό μεσολάβησε
εμείς μεσολαβήσαμε
εσείς μεσολαβήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μεσολάβησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεσολαβήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεσολαβήσω
εσύ μεσολαβήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μεσολαβήσει
εμείς μεσολαβήσουμε
εσείς μεσολαβήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μεσολαβήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μεσολαβείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μεσολάβησε
εσείς μεσολαβήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μεσολαβήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary