Meaning of καταθέτω | Babel Free
/ka.taˈθe.to/Ορισμοί
-
τοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης general
- τοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό
- δίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή
Παραδείγματα
“Θα καταθέσω αγωγή για αποζημίωση.”
I'll file a lawsuit for damages.
“Κατέθεσε την παραίτησή του.”
He handed in his resignation.
“Καταθέτει τα χρήματα σ’ έναν λογαριασμό ταμιευτηρίου.”
He deposited the money in a savings account.
“κατέθεσε την παραίτησή του”
“πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου”
“(συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του”
“κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας”
“μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.