Conjugation of καταθέτω
ka.taˈθe.toτοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταθέτω |
| εσύ | καταθέτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταθέτει |
| εμείς | καταθέτουμε |
| εσείς | καταθέτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταθέτουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέθετα |
| εσύ | κατέθετες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέθετε |
| εμείς | καταθέταμε |
| εσείς | καταθέτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέθεταν |
Αόριστος
| εγώ | κατέθεσα |
| εσύ | κατέθεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέθεσε |
| εμείς | καταθέσαμε |
| εσείς | καταθέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέθεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταθέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταθέσω |
| εσύ | καταθέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταθέσει |
| εμείς | καταθέσουμε |
| εσείς | καταθέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταθέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταθέτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάθεσε |
| εσείς | καταθέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταθέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατατίθεμαι |
| εσύ | κατατίθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατατίθεται |
| εσείς | κατατίθεσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατατίθενται |
Αόριστος
| εγώ | κατατέθηκα |
| εσύ | κατατέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατατέθηκε |
| εμείς | κατατεθήκαμε |
| εσείς | κατατεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατατέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατατεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατατεθώ |
| εσύ | κατατεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατατεθεί |
| εμείς | κατατεθούμε |
| εσείς | κατατεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατατεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατατίθεσθε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταθέσου |
| εσείς | κατατεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατατεθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.