HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταθλίβω — definition

Conjugation of καταθλίβω

Regular CEFR B2
ka.taˈθli.vo

προκαλώ κατάθλιψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταθλίβω
εσύ καταθλίβεις
αυτός / αυτή / αυτό καταθλίβει
εμείς καταθλίβουμε
εσείς καταθλίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταθλίβουν
Παρατατικός
εγώ κατέθλιβα
εσύ κατέθλιβες
αυτός / αυτή / αυτό κατέθλιβε
εμείς καταθλίβαμε
εσείς καταθλίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέθλιβαν
Αόριστος
εγώ κατέθλιψα
εσύ κατέθλιψες
αυτός / αυτή / αυτό κατέθλιψε
εμείς καταθλίψαμε
εσείς καταθλίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέθλιψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταθλίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταθλίψω
εσύ καταθλίψεις
αυτός / αυτή / αυτό καταθλίψει
εμείς καταθλίψουμε
εσείς καταθλίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταθλίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάθλιβε
εσείς καταθλίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάθλιψε
εσείς καταθλίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταθλίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταθλίβομαι
εσύ καταθλίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταθλίβεται
εμείς καταθλιβόμαστε
εσείς καταθλίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταθλίβονται
Παρατατικός
εγώ καταθλιβόμουν
εσύ καταθλιβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταθλιβόταν
εμείς καταθλιβόμασταν
εσείς καταθλιβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταθλίβονταν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταθλίβεστε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary