κατάγομαι
Ορισμοί
- προέρχομαι από κάποιον τόπο
- προέρχομαι από κάποια οικογένεια ή φυλή
- αποτελώ εξέλιξη κάποιου πράγματος
Ισοδύναμα
34 more languages
Catalàoriginar
Esperantoorigini
Eestipärit olema
עבריתנבע
हिन्दीउपजना
Bahasa Indonesiaberasal
KurdîO
Latinaprovenio
Latviešunākt
Te Reo Māoritāke
Македонскипотекнува
മലയാളംഉത്ഭവിക്കുക
Türkçekaynaklanmak
Українськавиника́ти
Παραδείγματα
“ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης καταγόταν από τη Λέσβο”
“η πατάτα ως προϊόν κατάγεται από την περιοχή της Ν. Αμερικής”
“κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνική, καθώς και οι δύο του γονείς είναι μουσικοί”
“φυλή που κατάγεται από τους Μάγια”
“η λέξη "άσπρος" κατάγεται από το λατινικό asper”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free