Meaning of κατάγομαι | Babel Free
/kaˈta.ɣo.me/Ορισμοί
- προέρχομαι από κάποιον τόπο
- προέρχομαι από κάποια οικογένεια ή φυλή
- αποτελώ εξέλιξη κάποιου πράγματος
Ισοδύναμα
English
hail from
Παραδείγματα
“ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης καταγόταν από τη Λέσβο”
“η πατάτα ως προϊόν κατάγεται από την περιοχή της Ν. Αμερικής”
“κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνική, καθώς και οι δύο του γονείς είναι μουσικοί”
“φυλή που κατάγεται από τους Μάγια”
“η λέξη "άσπρος" κατάγεται από το λατινικό asper”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.