επιβάλλω
Ορισμοί
- κάνω πραγματικότητα κάτι χρησιμοποιώντας τη βία ή τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκομαι, αναγκάζω κάποιον άλλον να πράξει σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες
- θεσμοθετώ ή αποφασίζω κάτι που αποτελεί βάρος ή υποχρέωση (πχ φορολογία, πρόστιμα, ποινές)
- αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι το αναγκαίο
-
πρέπει οπωσδήποτε να impersonal
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of επιβάλλω.
Ισοδύναμα
28 more languages
Catalànecessitar
Deutschaufdrängendurchsetzenerfordernerhebenerzwingengeltend machenoktroyierenüberstülpenverhängenvollstreckenzwingen
Esperantoaltrudi
فارسیواداشتن
हिन्दीलादना
Magyarkövetel
Latviešuizmantot
Türkçeuygulanmak
Παραδείγματα
“οι αστυνομικές αρχές επιβάλλουν τον νόμο”
“τον σεβασμό δεν τον επιβάλλεις, τον κερδίζεις”
“η κυβέρνηση επέβαλε νέους φόρους”
“η λογική επιβάλλει να κάνεις μια υποχώρηση”
“Γιατί επιβάλλεται να ανοίξει το ζήτημα;”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free