Conjugation of επιβάλλω
e.piˈva.loκάνω πραγματικότητα κάτι χρησιμοποιώντας τη βία ή τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκομαι, αναγκάζω κάποιον άλλον να πράξει σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβάλλω |
| εσύ | επιβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβάλλει |
| εμείς | επιβάλλουμε |
| εσείς | επιβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | επέβαλλα |
| εσύ | επέβαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέβαλλε |
| εμείς | επιβάλλαμε |
| εσείς | επιβάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέβαλλαν |
Αόριστος
| εγώ | επέβαλα |
| εσύ | επέβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέβαλε |
| εμείς | επιβάλαμε |
| εσείς | επιβάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέβαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβάλω |
| εσύ | επιβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβάλει |
| εμείς | επιβάλουμε |
| εσείς | επιβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιβάλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | επιβάλετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβάλει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβάλλομαι |
| εσύ | επιβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβάλλεται |
| εμείς | επιβαλλόμαστε |
| εσείς | επιβάλλεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάλλονται |
Παρατατικός
| εγώ | επιβαλλόμουν |
| εσύ | επιβαλλόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαλλόταν |
| εμείς | επιβαλλόμασταν |
| εσείς | επιβαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάλλονταν |
Αόριστος
| εγώ | επιβλήθηκα |
| εσύ | επιβλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβλήθηκε |
| εμείς | επιβληθήκαμε |
| εσείς | επιβληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβληθώ |
| εσύ | επιβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβληθεί |
| εμείς | επιβληθούμε |
| εσείς | επιβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιβάλλεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιβλήσου |
| εσείς | επιβληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβληθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.