Meaning of έρπω | Babel Free
/ˈerpo/Ορισμοί
- κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος
-
συμπεριφέρομαι αγενέστατα, ύπουλα figuratively
Ισοδύναμα
English
Crawl
Παραδείγματα
“Το φίδι και όλα τα ερπετά, έρπουν.”
The snake and all reptiles crawl.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.