Conjugation of έρπω
/ˈerpo/κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | έρπω |
| εσύ | έρπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | έρπει |
| εμείς | έρπουμε |
| εσείς | έρπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έρπουν |
Εξακολουθητικός μέλλοντας
| εγώ | θα έρπω |
| εσύ | θα έρπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα έρπει |
| εμείς | θα έρπουμε |
| εσείς | θα έρπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα έρπουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | [{έρπε}] |
| εσείς | έρπετε |