HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← έρπω — definition

Conjugation of έρπω

Regular CEFR B1
ˈerpo

κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ έρπω
εσύ έρπεις
αυτός / αυτή / αυτό έρπει
εμείς έρπουμε
εσείς έρπετε
αυτοί / αυτές / αυτά έρπουν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα έρπω
εσύ θα έρπεις
αυτός / αυτή / αυτό θα έρπει
εμείς θα έρπουμε
εσείς θα έρπετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα έρπουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ [{έρπε}]
εσείς έρπετε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary