HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ύφεση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈifesi

Ορισμοί

  1. υποχώρηση της έντασης
  2. η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
  3. η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
  4. η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
  5. η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω

Ισοδύναμα

38 more languages
Cymraegdirwasgiad
Esperantokavo
فارسیرکود
Gàidhligìsle
עבריתשפלה
हिन्दीमंदी
Հայերենանկում
ქართულირეცესია
Қазақ тіліойпат
Kurdîbedepresyonlama
Македонскирецесија
Tagalogdepresyon

Παραδείγματα

“Η κατάσταση του ασθενούς παρουσιάζει ύφεση.”

There is some improvement in the condition of the patient.

Στη δεκαετία του 80, υπήρξε ύφεση μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.”

In the 1980s, there was a détente between the US and the USSR.

“Το 2008 ξεκίνησε η παγκόσμια οικονομική ύφεση.”

In 2008, the global economic downturn began.

“Το Κοντσέρτο για Φαγκότο σε σι ύφεση ματζόρε του Μότσαρτ.”

The Concerto for Bassoon in B-flat major by Mozart.

“Ο βιολιστής έπαιξε λάθος νότα, διότι ο αντιγραφέας ξέχασε να βάλει ύφεση μπροστά στη νότα.”

The violinist played the wrong note since the copyist forgot to put a flat in front of the note.

“Υπάρχει βαρομετρική ύφεση πάνω από την Κρήτη.”

There's a barometric depression over Crete.

“Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.”
“Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.”
“σύμβολο: ♭”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ύφεση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free