Meaning of λάκκος | Babel Free
/ˈla.kos/Ορισμοί
- η κοιλότητα στο έδαφος ή γενικά σε οριζόντια επιφάνεια
- ανδρικό επώνυμο
-
ο τάφος στην έκφραση σκάβω το λάκκο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Σκάβει το λάκκο του με τα ίδια του τα χέρια.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.