Meaning of χέζομαι | Babel Free
/ˈçezome/Ορισμοί
- παθητική φωνή του ρήματος χέζω
- παθητικές σημασίες του χέζω
- νοιώθω την φυσική ανάγκη να αποπατήσω
-
τσακώνομαι figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το μωρό χέζει στο γκιογκιό.”
The baby shits in the potty.
“Το μωρό χέστηκε.”
The baby shat itself.
“Στη μπάντα, χέζομαι!”
Out of the way, I'm about to shit myself!
“Όλοι περίμεναν ότι θα ήταν γενναίος, αλλά χέστηκε απ’ τον φόβο του κι έτρεξε να φύγει.”
Everyone expected him to be brave, but he shat himself from fear and ran away.
“Θα χεστώ απ’ τη χαρά μου αν είν’ αλήθεια!”
I'll shit myself from joy if it's true!
“Δεν ενδιαφέρεται να κάνει οικονομίες, χέζεται στα λεφτά.”
She doesn't care to economise, she's rolling in money.
“Χέστηκα άμα θα αργήσεις εσύ ή όχι.”
I don't give a shit if you are late or not.
“τα κάνω πάνω μου, χέζω επάνω μου, λερώνομαι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.