Meaning of τσοκ | Babel Free
/t͡sok/Ορισμοί
- παλαιότερο εξάρτημα (είδος κλαπέτου) οχημάτων με μηχανή εσωτερικής καύσης που ρυθμίζει το μείγμα καυσίμου - αέρα στο καρμπυρατέρ· το χρησιμοποιούσαν για να βοηθήσουν την εκκίνηση του κινητήρα τις κρύες μέρες κλείνοντας την παροχή αέρα και τροφοδοτώντας έτσι τη μηχανή με πλουσιότερο μείγμα
- τάκος ακινητοποίησης, που εφαρμόζει στους τροχούς των σταθμευμένων αεροπλάνων
- στένεμα στο τέλος της κάννης φορητών πυροβόλων όπλων
- στρογγυλή μέγγενη με 3 ή 4 δόντια, των οποίων το άνοιγμα ρυθμίζεται με ειδικό κλειδί· στους τόρνους εκεί στερεώνεται το κυλιδρικό κομμάτι μετάλλου που θέλουμε να επεξεργαστούμε· στα δράπανα εκεί προσαρμόζονται τρυπάνια διαφορετικών μεγεθών
Παραδείγματα
“※ Το λάθος που το έριξαν σε έναν σμηνίτη που αφαίρεσε τα τσοκ (τροχοεμποδιστήρες) από τους τροχούς, προφανώς και δεν ανήκει σε εκείνον (από το κείμενο «Η επιχείρηση “Νίκη” όπως την έζησε ο ηρωικός πιλότος Δημήτρης Μήτσαινας», Active News.gr· πρόσβαση: 2020-09-17)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.