Meaning of εκτοξεύω | Babel Free
/e.ktoˈkse.vo/Ορισμοί
- πετάω κάτι δυνατά προς τα κάπου
-
εξαπολύω (π.χ. κατηγορίες, απειλές κ.λπ.) figuratively
-
μεγαλώνω απότομα και σε υπερβολικό βαθμό figuratively
Ισοδύναμα
English
Blast
Παραδείγματα
“※ Η Ελλάδα εκτοξεύει σήμερα δύο μικροδορυφόρους”
“※ Απειλές για αναστολή των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων εκτοξεύει το Βερολίνο κατά της Αγκύρας προκειμένου να ...”
“※ Η αβεβαιότητα εκτόξευσε τα «φέσια» στην αγορά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.