συνδέω
Ορισμοί
- ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
- εντάσσω κάτι σε ένα σύνολο ή ένα δίκτυο.
- συσχετίζω, υποθέτω ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ δύο στοιχείων ή δείχνω την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης.
- είμαι το στοιχείο που ενώνει δύο πράγματα μεταξύ τους.
- interface: τοποθετώ συσκευή (υπολογιστή, εκτυπωτή, κλπ.) σε δίκτυο μέσω δικτυακής διεπαφής (θύρας)
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of συνδέω.
Ισοδύναμα
26 more languages
Azərbaycan diliqoşmaq
Deutschanschließenbuhleneine Affäre habenfremdgehenInterfacekaressierenSchnittstelleVerbindenVerbindung
Esperantokonekti
עבריתחיבר
हिन्दीजोड़ना
ქართულიდაკავშირება
Kurdîlînk
ລາວຕໍ້
Русскийгулятьизменитьизменятьиме́ть любо́вную связьиме́ть рома́нинтерфейскрути́ть аму́рыподключатьподключитьподсоедини́тьподсоединя́ть
中文有一腿
Παραδείγματα
“Συνδέστε το καλώδιο με το ρεύμα.”
Connect the wire to the current.
“Συνδέομαι με το ίντερνετ.”
I connect to the internet.
“Μας συνδέουν κοινές αναμνήσεις.”
Common memories connect us.
“Συνδέονται εδώ και τρία χρόνια, αλλά δεν παντρεύονται.”
They (have been) are together for three years, but they do not (won't) get married.
“Αγόρασα καλώδιο για να συνδέσω τους δύο υπολογιστές.”
“Κατασκευάζουν έναν εναέριο διάδρομο, για να συνδέσουν τις δύο απομακρυσμένες πτέρυγες με το κυρίως κτήριο.”
“Ήρθε το συνεργείο του δήμου για να μας συνδέσει με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.”
“Οι αστυνομικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνδέσουν τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος με τον κύριο ύποπτο.”
“Τους συνδέει μακροχρόνια φιλία”
“Έσπασε ο σωλήνας που μας συνδέει με το δίκτυο ύδρευσης.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free