Conjugation of συνδέω
sinˈðe.oενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνδέω |
| εσύ | συνδέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδέει |
| εμείς | συνδέουμε |
| εσείς | συνδέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδέουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέδεα |
| εσύ | συνέδεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέδεε |
| εμείς | συνδέαμε |
| εσείς | συνδέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέδεαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέδεσα |
| εσύ | συνέδεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέδεσε |
| εμείς | συνδέσαμε |
| εσείς | συνδέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέδεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνδέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνδέσω |
| εσύ | συνδέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδέσει |
| εμείς | συνδέσουμε |
| εσείς | συνδέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύνδεε |
| εσείς | συνδέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύνδεσε |
| εσείς | συνδέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνδέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνδέομαι |
| εσύ | συνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδέεται |
| εμείς | συνδεόμαστε |
| εσείς | συνδέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδέονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνδεόμουν |
| εσύ | συνδεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδεόταν |
| εμείς | συνδεόμασταν |
| εσείς | συνδεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδέονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνδέθηκα |
| εσύ | συνδέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδέθηκε |
| εμείς | συνδεθήκαμε |
| εσείς | συνδεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνδεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνδεθώ |
| εσύ | συνδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδεθεί |
| εμείς | συνδεθούμε |
| εσείς | συνδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνδέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνδέσου |
| εσείς | συνδεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνδεθεί |