HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνδέω — definition

Conjugation of συνδέω

Regular CEFR C2
sinˈðe.o

ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνδέω
εσύ συνδέεις
αυτός / αυτή / αυτό συνδέει
εμείς συνδέουμε
εσείς συνδέετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνδέουν
Παρατατικός
εγώ συνέδεα
εσύ συνέδεες
αυτός / αυτή / αυτό συνέδεε
εμείς συνδέαμε
εσείς συνδέατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέδεαν
Αόριστος
εγώ συνέδεσα
εσύ συνέδεσες
αυτός / αυτή / αυτό συνέδεσε
εμείς συνδέσαμε
εσείς συνδέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέδεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνδέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνδέσω
εσύ συνδέσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνδέσει
εμείς συνδέσουμε
εσείς συνδέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνδέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύνδεε
εσείς συνδέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύνδεσε
εσείς συνδέστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνδέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνδέομαι
εσύ συνδέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνδέεται
εμείς συνδεόμαστε
εσείς συνδέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνδέονται
Παρατατικός
εγώ συνδεόμουν
εσύ συνδεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συνδεόταν
εμείς συνδεόμασταν
εσείς συνδεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνδέονταν
Αόριστος
εγώ συνδέθηκα
εσύ συνδέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνδέθηκε
εμείς συνδεθήκαμε
εσείς συνδεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνδέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνδεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνδεθώ
εσύ συνδεθείς
αυτός / αυτή / αυτό συνδεθεί
εμείς συνδεθούμε
εσείς συνδεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνδεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνδέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνδέσου
εσείς συνδεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνδεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary