Meaning of ρύθμιση | Babel Free
/ˈɾiθ.mi.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω
- τακτοποίηση κάποιου πράγματος, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα
-
τακτοποίηση, κανονισμός, διακανονισμός, διευθέτηση broadly
- κανονισμός του ρυθμού μιας πράξης ή ενέργειας
- setting: η δυνατότητα προσαρμογής λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware), ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ … θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης …» (Pro Git 2nd ed. Edition)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.