ρύθμιση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω
- τακτοποίηση κάποιου πράγματος, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα
-
τακτοποίηση, κανονισμός, διακανονισμός, διευθέτηση broadly
- κανονισμός του ρυθμού μιας πράξης ή ενέργειας
- setting: η δυνατότητα προσαρμογής λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware), ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό
Ισοδύναμα
11 more languages
Παραδείγματα
“※ … θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης …» (Pro Git 2nd ed. Edition)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free