Σημασία του κοπανώ | Babel Free
Ορισμοί
- χτυπώ τα ρούχα με τον κόπανο
- χτυπώ κάτι ή κάποιον, του καταφέρω διαδοχικά χτυπήματα
- την κοπανάω:
- απουσιάζω αδικαιολόγητα από κάπου όπου έχω υποχρέωση να βρίσκομαι (λ.χ. από το σχολείο, την εργασία, μια συγκέντρωση) ή αποχωρώ, συνήθως για να αποφύγω κάτι δυσάρεστο
- δραπετεύω
Παραδείγματα
“※ Κοιμήσου τώρα και κλείσε τα παράθυρα. Δεν μπορώ να τ' ακούω, τα κοπανά ο αγέρας... (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])”
“η ώρα πήγε 3, οπότε εγώ την κοπανάω γιατί βαρέθηκα και δεν έχω όρεξη να ακούω όλες αυτές τις ανοησίες μέχρι το βράδυ”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free