HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζοφερός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/zo.feˈɾos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο
  2. που προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο
    figuratively

Ισοδύναμα

English dismal

Παραδείγματα

“※ Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη). (Κοσμάς Βίδος, Αγένεια!, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2017)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζοφερός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course