Meaning of ζοφερός | Babel Free
/zo.feˈɾos/Ορισμοί
- που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο
-
που προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο figuratively
Ισοδύναμα
English
dismal
Παραδείγματα
“※ Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη). (Κοσμάς Βίδος, Αγένεια!, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2017)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.