Meaning of ζαλίζω | Babel Free
Ορισμοί
- προκαλώ σε κάποιον ζάλη, ζαλάδα, ίλιγγο και αίσθηση απώλειας της ισορροπίας
- προκαλώ σε κάποιον πνευματική κόπωση και θολούρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκεφτεί καθαρά
Ισοδύναμα
English
bewilder
Παραδείγματα
“Το φως της μέρας ζάλισε τη Φρόσω. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.