HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ζαλίζω — definition

Conjugation of ζαλίζω

Regular CEFR B1

προκαλώ σε κάποιον πνευματική κόπωση και θολούρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκεφτεί καθαρά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζαλίζω
εσύ ζαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ζαλίζει
εμείς ζαλίζουμε
εσείς ζαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλίζουν
Παρατατικός
εγώ ζάλιζα
εσύ ζάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό ζάλιζε
εμείς ζαλίζαμε
εσείς ζαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζάλιζαν
Αόριστος
εγώ ζάλισα
εσύ ζάλισες
αυτός / αυτή / αυτό ζάλισε
εμείς ζαλίσαμε
εσείς ζαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζαλίσω
εσύ ζαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ζαλίσει
εμείς ζαλίσουμε
εσείς ζαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ζάλιζε
εσείς ζαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζάλισε
εσείς ζαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ζαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζαλίζομαι
εσύ ζαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ζαλίζεται
εμείς ζαλιζόμαστε
εσείς ζαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλίζονται
Παρατατικός
εγώ ζαλιζόμουν
εσύ ζαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ζαλιζόταν
εμείς ζαλιζόμασταν
εσείς ζαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλίζονταν
Αόριστος
εγώ ζαλίστηκα
εσύ ζαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ζαλίστηκε
εμείς ζαλιστήκαμε
εσείς ζαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζαλιστώ
εσύ ζαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ζαλιστεί
εμείς ζαλιστούμε
εσείς ζαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ζαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ζαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζαλίσου
εσείς ζαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζαλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary