Meaning of βουητό | Babel Free
Ορισμοί
ο συνεχής ήχος, ακαθόριστος, συνήθως χαμηλών συχνοτήτων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ένα βουητό από τζιτζίκια ξεχυνόταν μέσα στη στοά. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.