Meaning of βοή | Babel Free
/voˈi/Ορισμοί
εξακολουθητικός, ακαθόριστος, συγκεχυμένος ή υπόκωφος θόρυβος
Ισοδύναμα
English
Roaring
Παραδείγματα
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.