ατάσθαλος
Ορισμοί
- ηθικά απαράδεκτος, απρεπής
- ακατάστατος, άτσαλος
Ισοδύναμα
Françaisindécent
17 more languages
Παραδείγματα
“το ντύσιμό της έδειχνε πόσο ατάσθαλη ήταν”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free