Meaning of ακατάστατος | Babel Free
/a.kaˈta.sta.tos/Ορισμοί
- που δε βρίσκεται σε τάξη, ο ατακτοποίητος
- που δε συνηθίζει να βάζει σε τάξη, να τακτοποιεί τα πράγματά του ή ό,τι υπάρχει στους χώρους όπου ζει
Παραδείγματα
“Το δωμάτιο του Αντρέα είναι ακατάστατο. Πρέπει, επιτέλους, να το τακτοποιήσειˈ'”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.