HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακατάστατος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.kaˈta.sta.tos/

Ορισμοί

  1. που δε βρίσκεται σε τάξη, ο ατακτοποίητος
  2. που δε συνηθίζει να βάζει σε τάξη, να τακτοποιεί τα πράγματά του ή ό,τι υπάρχει στους χώρους όπου ζει

Παραδείγματα

“Το δωμάτιο του Αντρέα είναι ακατάστατο. Πρέπει, επιτέλους, να το τακτοποιήσειˈ'”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακατάστατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course