Σημασία του άσιαχτος | Babel Free
ˈa.sça.xtosΟρισμοί
ατακτοποίητος, απεριποίητος
Ισοδύναμα
Čeština
nepořádný
Ελληνικά
ακατάστατος
αμάζευτος
ανοικοκύρευτος
απεριποίητος
ατακτοποίητος
ατάσθαλος
άτσαλος
άφτιαστος
χύμα
हिन्दी
अस्त-व्यस्त
Latina
infectus
ไทย
รุงรัง
Українська
недбалий
Παραδείγματα
“※ «οι Μικρασιάτες είχαν εφεύρει δικές τους λέξεις για να χαρακτηρίζουν κάθε μια ξεχωριστά ανάλογα με την προσωπικότητά της. «Αμακατζού», «χαραμοφάισσα» κι «αρπάχτρα» ήταν η γυναίκα που ζούσε εις βάρος των άλλων και «άσιαχτη» η απεριποίητη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free