HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άσιαχτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ˈa.sça.xtos/

Ορισμοί

ατακτοποίητος, απεριποίητος

Παραδείγματα

“※ «οι Μικρασιάτες είχαν εφεύρει δικές τους λέξεις για να χαρακτηρίζουν κάθε μια ξεχωριστά ανάλογα με την προσωπικότητά της. «Αμακατζού», «χαραμοφάισσα» κι «αρπάχτρα» ήταν η γυναίκα που ζούσε εις βάρος των άλλων και «άσιαχτη» η απεριποίητη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άσιαχτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course