αμφίεση
Ορισμοί
το σύνολο των ρούχων που φοράει κάποιος, τα ενδύματα με τα οποία έχει ντυθεί καθώς και ο τρόπος ντυσίματός του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η αμφίεσή της ήταν κατάλληλη για την περίσταση.”
Her attire was appropriate for the occasion.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free