HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακούσιος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈku.si.os/

Ορισμοί

που γίνεται χωρίς τη θέληση κάποιου

Παραδείγματα

“ακούσιο λάθος, ακούσια κίνηση”
“※ Στην κλασική Αθήνα, οι κύριοι δεν είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου στους δούλους. Το Παλλάδιο ήταν το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση, εκούσιου ή ακούσιου φόνου δούλου. Ο φόνος του δούλου, αποτελούσε μίασμα για την πόλη, […]”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακούσιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course