Meaning of αυθόρμητος | Babel Free
/aˈfθoɾ.mi.tos/Ορισμοί
- που γίνεται χωρίς να λογαριάσει κανείς τις συνέπειές της και χωρίς προηγούμενο σχέδιο
- που ενεργεί με δική του πρωτοβουλία
Ισοδύναμα
English
Arbitrary
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.