Meaning of αντανακλαστικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση
- που συμβαίνει ή ενεργείται ακούσια και ασύνειδα
- αντανακλαστικά
Ισοδύναμα
English
Reflexive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.