Σημασία του ακάλυπτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο
- που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
- που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
- που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
- που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
- που δεν έχει συμπληρωθεί
- που δεν έχει αντίκρισμα
Ισοδύναμα
العربية
مكشوف
Deutsch
ausgesetzt
ausgestellt
bewittert
blank
bloß
freigelegt
freiliegend
herausgestellt
offenliegend
unbebaut
unbedeckt
unerschlossen
ungedeckt
ungeschützt
ungesichert
Ελληνικά
αδιάπλαστος
αθωράκιστος
ακαπάρωτος
ακατοχύρωτος
αμαντάλωτος
ανέγγυος
ανεξασφάλιστος
ανεξέλικτος
ανυπεράσπιστος
απαραφύλακτος
αποκαλυμμένος
απροστάτευτος
απροφύλακτος
ασιγούρευτος
ασκέπαστος
άσκεπος
ασχημάτιστος
αφύλαχτος
εκτεθειμένος
ξεσκέπαστος
υποτυπώδης
Español
desprotegido
Suomi
altis
alustava
jälkeenjäänyt
jälkijättöinen
katteeton
kehittymätön
paljas
peittelemätön
rauhoittamaton
suojaamaton
suojaton
turvaamaton
verhoamaton
Français
Bâti
bâti
bâti
chirographaire
découvert
Découvert
découvert
ignoré
ignoré
improtégé
nu
nu
traité
traite
traite
vacant
vacant
Bahasa Indonesia
pajan
Παραδείγματα
“※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free