Meaning of ακάλυπτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο
- που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
- που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
- που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
- που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
- που δεν έχει συμπληρωθεί
- που δεν έχει αντίκρισμα
Παραδείγματα
“※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.