ακάλυπτος
Ορισμοί
- που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο
- που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
- που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
- που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
- που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
- που δεν έχει συμπληρωθεί
- που δεν έχει αντίκρισμα
Ισοδύναμα
Españoldesprotegido
21 more languages
العربيةمكشوف
Deutschausgesetztausgestelltbewittertblankbloßfreigelegtfreiliegendherausgestelltoffenliegendunbebautunbedecktunerschlossenungedecktungeschütztungesichert
Ελληνικάαδιάπλαστοςαθωράκιστοςακαπάρωτοςακατοχύρωτοςαμαντάλωτοςανέγγυοςανεξασφάλιστοςανεξέλικτοςανυπεράσπιστοςαπαραφύλακτοςαποκαλυμμένοςαπροστάτευτοςαπροφύλακτοςασιγούρευτοςασκέπαστοςάσκεποςασχημάτιστοςαφύλαχτοςεκτεθειμένοςξεσκέπαστοςυποτυπώδης
Suomialtisalustavajälkeenjäänytjälkijättöinenkatteetonkehittymätönpaljaspeittelemätönrauhoittamatonsuojaamatonsuojatonturvaamatonverhoamaton
Bahasa Indonesiapajan
Παραδείγματα
“※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free