HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακάλυπτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο
  2. που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
  3. που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
  4. που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
  5. που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
  6. που δεν έχει συμπληρωθεί
  7. που δεν έχει αντίκρισμα

Παραδείγματα

“※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακάλυπτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course