ξεσκέπαστος
Ορισμοί
- ο ξέσκεπος, που έχει αφαιρέσει ή του έχει αφαιρέσει άλλος το σκέπασμα (συνήθως για άνθρωπο που κοιμάται ή ξεκουράζεται)
- το μέλος του σώματος που είναι ακάλυπτο
- το σκεύος που δεν είναι σκεπασμένο, που δεν έχει στα χείλη του καπάκι
- το αντικείμενο που δεν είναι καλυμμένο (π.χ. το ΙΧ που δεν φέρει κουκούλα)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Με πήρε ο ύπνος ξεσκέπαστο και έπαθα ψύξη”
“Μην αφήνεις ξεσκέπαστα τα πόδια σου, θα σε φάνε τα κουνούπια”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free