HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεσκέπαστος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο ξέσκεπος, που έχει αφαιρέσει ή του έχει αφαιρέσει άλλος το σκέπασμα (συνήθως για άνθρωπο που κοιμάται ή ξεκουράζεται)
  2. το μέλος του σώματος που είναι ακάλυπτο
  3. το σκεύος που δεν είναι σκεπασμένο, που δεν έχει στα χείλη του καπάκι
  4. το αντικείμενο που δεν είναι καλυμμένο (π.χ. το ΙΧ που δεν φέρει κουκούλα)

Παραδείγματα

“Με πήρε ο ύπνος ξεσκέπαστο και έπαθα ψύξη”
“Μην αφήνεις ξεσκέπαστα τα πόδια σου, θα σε φάνε τα κουνούπια”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεσκέπαστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course