Meaning of αίρω | Babel Free
/ˈero/Ορισμοί
- απομακρύνω κάτι αρνητικό
- τερματίζω περιορισμούς, απομακρύνω εμπόδια, παύω συμφωνία, συνθήκη ή συμβόλαιο
Παραδείγματα
“Ο Χριστός αίρει τις αμαρτίες του κόσμου.”
Christ takes upon himself the sins of the world.
“αίρεται η παρεξήγηση”
the misunderstanding is resolved
“αίρεται ο στρατιωτικός νόμος”
the martial law is raised
“ήρθη ο αποκλεισμός”
the blockade was raised
“Η βουλή αίρει την εμπιστοσύνη της προς την κυβέρνηση.”
Parliament lifts its confidence to the government.
“Το συμβούλιο αίρει τις κυρώσεις έναντι της χώρας.”
The council lifts sanctions on the country.
“Το δικαστήριο μπορεί να άρει την ασυλία.”
The court may waive the immunity.
“Στην Αναγέννηση η τέχνη αίρεται στην τελειότητα.”
In the Renaissance, art is lifted to perfection.
“Αίρεται στο ύψος των περιστάσεων.”
He/she/it rises to the occasion.
“※ Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
“αίρω το casus belli”
“αίρω τη βουλευτική ασυλία”
“Η Κυβέρνηση αίρει τα μέτρα για την αντιμετώπιση της διασποράς του κορονοϊού”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.