Meaning of ανακλητήριος | Babel Free
/a.na.kliˈti.ɾi.os/Ορισμοί
- ο σχετικός με την ανάκληση, αυτός με τον οποίο μπορεί να ανακληθεί κάποιος ή κάτι
- στον πληθυντικό τα ανακλητήρια (ως ουσιαστικό) ήταν τελετή ενηλικίωσης των Αιγυπτίων και Περσών βασιλέων στους ελληνιστικούς χρόνους
Παραδείγματα
“ανακλητήρια έγγραφα (με τα οποία ανακαλούνται οι διπλωματικοί υπάλληλοι όταν επέρχεται ρήξη στις σχέσεις δύο κρατών)”
“ανακλητήριο σήμα (παρωχημένο, παλιό ναυτικό σήμα με σημαία, που διέταζε ανάκληση]”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.