HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αίρω — definition

Conjugation of αίρω

Regular CEFR B1
ˈero

τερματίζω περιορισμούς, απομακρύνω εμπόδια, παύω συμφωνία, συνθήκη ή συμβόλαιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αίρω
εσύ αίρεις
αυτός / αυτή / αυτό αίρει
εμείς αίρουμε
εσείς αίρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αίρουν[ε]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα άρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ άρω
εσύ άρεις
αυτός / αυτή / αυτό άρει
εμείς άρουμε
εσείς άρετε
αυτοί / αυτές / αυτά άρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αίρε
εσείς αίρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άρε
εσείς άρετε
Απαρέμφατο αορίστου
άρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αίρομαι
εσύ αίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αίρεται
εμείς αιρόμαστε
εσείς αίρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αίρονται
Παρατατικός
αυτοί / αυτές / αυτά αίρονταν
Αόριστος
εμείς [{ήρθημεν}]
εσείς [{ήρθητε}]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρθώ
εσύ αρθείς
αυτός / αυτή / αυτό αρθεί
εμείς αρθούμε
εσείς αρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αίρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary