HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άπιστος

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈa.pi.stos

Ορισμοί

  1. που δεν πιστεύει, δεν έχει θρησκευτική πίστη
  2. που δεν πιστεύει στον Χριστό
    dated, especially
  3. που δε σέβεται το συζυγικό βίο και συνευρίσκεται (ερωτικά) με άλλα άτομα
  4. που δεν του έχουν εμπιστοσύνη

Ισοδύναμα

33 more languages
العربيةفاسقمرتابملحدوغد
Galegoateo
हिन्दीनास्तिक
Bahasa Indonesiasasimoserong
Kurdîateîst
മലയാളംഅവിശ്വാസി
繁體中文無神論者

Παραδείγματα

“Ο άπιστος αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού.”

The unbeliever questioned the existence of God.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άπιστος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free