Meaning of άπιστος | Babel Free
/ˈa.pi.stos/Ορισμοί
- που δεν πιστεύει, δεν έχει θρησκευτική πίστη
-
που δεν πιστεύει στον Χριστό dated, especially
- που δε σέβεται το συζυγικό βίο και συνευρίσκεται (ερωτικά) με άλλα άτομα
- που δεν του έχουν εμπιστοσύνη
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.