Meaning of άκουρος | Babel Free
/ˈa.ku.ɾos/Ορισμοί
-
ακούρευτος formal
-
υποψήφιος μοναχός που δεν έλαβε το εκκλησιαστικό σχήμα από την διαδικασία της κουράς formal
Παραδείγματα
“※ Λυπήσου το κουρεμένο γίδι. Τ'άκουρο ζούλεψ' το. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.