Meaning of χωριάτης | Babel Free
/xoɾˈʝatis/Ορισμοί
- που κατοικεί σε χωριό
- ανδρικό επώνυμο
-
που η συμπεριφορά του και οι τρόποι του φαίνονται απότομοι και μη εξευγενισμένοι broadly, offensive
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.