HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Βλάχος | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈvla.xos

Ορισμοί

  1. που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη
  2. αυτός που κατάγεται από τη Βλαχία και μιλά τα βλάχικα (θηλυκό Βλάχα)
  3. ομιλητής της βλαχικής γλώσσας
  4. που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
  5. αυτός που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
  6. επαρχιώτης
    figuratively
  7. άξεστος με χωριάτικη συμπεριφορά
    figuratively
  8. που δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας
    figuratively, offensive
  9. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βλάχου)
  10. είδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών
  11. για το εθνικό όνομα

Ισοδύναμα

Беларуская валах
Български влах селяндур
Bosanski prostak Vlah Влах
Català taujà
Cymraeg gwladwr
Ελληνικά Βλάχα χωριάτης
Esperanto kamparanaĉo
Español gueishpo paleto palurdo valaca valaco
Français plouc valaque Valaque valaques Valaques
Hrvatski prostak Vlah Влах
Magyar bunkó oláh
Bahasa Indonesia kampungan
Italiano buzzurro valacco
日本語 いなかもん
한국어 시골뜨기
Latina Petro Valachus
Te Reo Māori moeone ngutoro
Македонски селјак
Nederlands Boer boerenkinkel boerenlul boerenpummel
Português caipira cherne labrego saloio valáquio
Română țăran țărănoi
Slovenčina valach valašský
Shqip gogë gogeshë
Српски prostak Vlah Влах
Svenska bondläpp valack
Українська волоський волох
Tiếng Việt dân quê

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Βλάχος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free