Meaning of Βλάχος | Babel Free
/ˈvla.xos/Ορισμοί
- που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη
- αυτός που κατάγεται από τη Βλαχία και μιλά τα βλάχικα (θηλυκό Βλάχα)
- ομιλητής της βλαχικής γλώσσας
- που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
- αυτός που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
-
επαρχιώτης figuratively
-
άξεστος με χωριάτικη συμπεριφορά figuratively
-
που δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας figuratively, offensive
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βλάχου)
- είδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών
- για το εθνικό όνομα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.