HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Βλάχος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈvla.xos

Ορισμοί

  1. που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη
  2. αυτός που κατάγεται από τη Βλαχία και μιλά τα βλάχικα (θηλυκό Βλάχα)
  3. ομιλητής της βλαχικής γλώσσας
  4. που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
  5. αυτός που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
  6. επαρχιώτης
    figuratively
  7. άξεστος με χωριάτικη συμπεριφορά
    figuratively
  8. που δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας
    figuratively, offensive
  9. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βλάχου)
  10. είδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών
  11. για το εθνικό όνομα

Ισοδύναμα

33 more languages

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Βλάχος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free