HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τρίζω

Ρήμα CEFR B1
ˈtri.zo

Ορισμοί

  1. βγάζω λεπτό, ξερό και τρεμουλιαστό ήχο
  2. για κάτι που βρίσκεται σε κρίση ή κλονίζεται
    figuratively

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of τρίζω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριζε κάθε φορά που κάποιος περπατούσε πάνω του
“τρίζουν τα θεμέλια της οικονομίας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τρίζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free