HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρίζω — definition

Conjugation of τρίζω

Regular CEFR B1
ˈtri.zo

για κάτι που βρίσκεται σε κρίση ή κλονίζεται Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρίζω
εσύ τρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τρίζει
εμείς τρίζουμε
εσείς τρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίζουν
Παρατατικός
εγώ έτριζα
εσύ έτριζες
αυτός / αυτή / αυτό έτριζε
εμείς τρίζαμε
εσείς τρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτριζαν
Αόριστος
εγώ έτριξα
εσύ έτριξες
αυτός / αυτή / αυτό έτριξε
εμείς τρίξαμε
εσείς τρίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτριξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρίξω
εσύ τρίξεις
αυτός / αυτή / αυτό τρίξει
εμείς τρίξουμε
εσείς τρίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρίζε
εσείς τρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρίξε
εσείς τρίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρίξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary