HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σωπαίνω | Babel Free

Verb CEFR B1
/soˈpe.no/

Ορισμοί

  1. δεν μιλώ, δεν βγάζω κάποιον ήχο
    intransitive
  2. (σπάνια μεταβατικό κάνω κάποιον να μην μιλάει

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: σιωπώ”
“※ Το παιδί ξαναταράχτηκε, γκρίνιασε κι η μάνα του αφού το σώπασε το είπε με ήσυχη φωνή: «Πολύ ανήσυχο είναι αυτό το παιδί απόψε». (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σωπαίνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course