Meaning of σωπαίνω | Babel Free
/soˈpe.no/Ορισμοί
-
δεν μιλώ, δεν βγάζω κάποιον ήχο intransitive
- (σπάνια μεταβατικό κάνω κάποιον να μην μιλάει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σιωπώ”
“※ Το παιδί ξαναταράχτηκε, γκρίνιασε κι η μάνα του αφού το σώπασε το είπε με ήσυχη φωνή: «Πολύ ανήσυχο είναι αυτό το παιδί απόψε». (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.