Meaning of συμβιβάζω | Babel Free
/siɱ.viˈva.zo/Ορισμοί
- συμβάλλω στη μείωση ή εξάλειψη των διαφορών δύο μερών με διάφορους τρόπους
- κάνω κάτι συμβατό, το συνταιριάζω, το κάνει να συνάδει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η ιδιότητα του βουλευτή δεν συμβιβάζεται με την άσκηση επαγγέλματος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.