Meaning of σαράβαλο | Babel Free
Ορισμοί
αυτοκίνητο ή άλλο μηχάνημα ή κτίσμα πολύ παλιό και σε κακή κατάσταση
Παραδείγματα
“※ Τελικά το φορτηγό έγινε σαράβαλο και συνεχίσαμε με τα πόδια. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.