Meaning of πνίγω | Babel Free
/ˈpni.ɣo/Ορισμοί
- προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
- προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
- θα πνιγώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πνίγομαι
- στραγγαλίζω
- προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
-
καταπιέζω figuratively
-
στενοχωρώ πολύ figuratively
Παραδείγματα
“Δέκα άτομα πνίγηκαν εξαιτίας του τσουνάμι.”
Ten people drowned because of the tsunami.
“Tα ζιζάνια έπνιξαν τα λουλούδια.”
Weeds smothered the flowers.
“Tο παχύ χαλί έπνιγε τον ήχο των βημάτων τους.”
The thick carpet muffled the sound of their footsteps.
“Η ανταρσία πνίγηκε στο αίμα.”
The mutiny was violently suppressed.
“Πνιγήκαμε στη σκόνη.”
We suffocated from the dust.
“Δεν μπορώ να κάτσω μέσα στο σπίτι· πνίγομαι!”
I can't sit inside the house; I'm suffocating!
“Τον έπνιξαν με μαξιλάρι.”
“Μας πνίγουν τα καυσαέρια.”
“Την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.”
“Το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε.”
“※ Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.”
“Με πνίγει η αδικία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.