Σημασία του πνίγω | Babel Free
ˈpni.ɣoΟρισμοί
- προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
- προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
- θα πνιγώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πνίγομαι
- στραγγαλίζω
- προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
-
καταπιέζω figuratively
-
στενοχωρώ πολύ figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πνίγω.
Ισοδύναμα
Ελληνικά
αποπνίγω
English
choke
Choke
drown
Drown
fill
overwhelm
smother
Smother
stifle
Stifle
Suffocate
suffocate
suffocate
עברית
נחנק
हिन्दी
घुटना
Polski
dusić
podusić
przydusić
przyduszać
przygasić
przygaszać
stłamsić
stłumić
tłamsić
tłumić
udusić
uśmierzać
uśmierzyć
zadławić
Svenska
kväva
ไทย
สำลัก
Українська
задушити
中文
窒息
ZH-TW
窒息
Παραδείγματα
“Δέκα άτομα πνίγηκαν εξαιτίας του τσουνάμι.”
Ten people drowned because of the tsunami.
“Tα ζιζάνια έπνιξαν τα λουλούδια.”
Weeds smothered the flowers.
“Tο παχύ χαλί έπνιγε τον ήχο των βημάτων τους.”
The thick carpet muffled the sound of their footsteps.
“Η ανταρσία πνίγηκε στο αίμα.”
The mutiny was violently suppressed.
“Πνιγήκαμε στη σκόνη.”
We suffocated from the dust.
“Δεν μπορώ να κάτσω μέσα στο σπίτι· πνίγομαι!”
I can't sit inside the house; I'm suffocating!
“Τον έπνιξαν με μαξιλάρι.”
“Μας πνίγουν τα καυσαέρια.”
“Την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.”
“Το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε.”
“※ Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.”
“Με πνίγει η αδικία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free